Ο τρουβάς ήταν ο αχώριστος κι αγαπημένος σύντροφος του γεωργού.


    Ο τρουβάς στον ώμο του κατόχου του είχε δυο θέσεις. Είτε σε κατακόρυφη θέση επί του ενός ώμου, είτε χιαστί επί των δύο ώμων. Το δεύτερο ήταν το κλέφτικο κρέμασμα το οποίο εκτός από τους κλέφτες το προτιμούσαν τα τσοπανόπουλα και οι γιδάρηδες. Στο χωράφι, ο τρουβάς, ήταν στο στόχαστρο όλων των "αργιλέτικων" ζώων (ημιελεύθερων ή αδέσποτων) όπως γίδια σκυλιά κ.λ.π. Αν δεν ήταν κρεμασμένος ψηλά το περιεχόμενό του σίγουρα θα έκανε φτερά.

    Το περιεχόμενο του τρουβά ήταν ο καθημερινός πονοκέφαλος της νοικοκυράς. Το τυρί και η βοστίνα, με μια φλέγκα ψωμί ήταν η βάση. Από κει και πέρα το περιεχόμενο διανθιζόταν με πίτες, αυγά κ.λ.π. Οι τρουβάδες των διακονιαραίων ήταν πάντα φουσκωμένοι με κομμάτια ψωμί και άλλα εδώδιμα. Η έκφραση "διακονιάρικος τρουβάς" ήταν κάτι ανάλογο με το… κέρας της Αμαλθείας των αρχαίων. Ο τρουβάς (τουρ. torba) ήταν φτιαγμένος με απολυτό υφαντό του αργαλειού, περίτεχνα υφασμένο. Κάθε περιοχή είχε τον δικό της τρουβά. Ο κάτοχός του ήταν σαν να κουβαλούσε μαζί την ταυτότητα του χωριού του. Οι διαφορές των τρουβάδων προέκυπταν από τον τρόπο ύφανσης και από το πλήθος των χρωμάτων του υφαδιού τους. Για όλους τους τύπους τρουβάδων υπήρχε ο καθημερινός, ο σκέτος, και ο γιορτινός με τις φούντες. Ανάλογα με τον τρόπο ύφανσης έχουμε δύο ειδών τρουβάδες, αυτόν που ήταν από απολυτό ύφασμα και αυτόν που υφαινόταν όπως τα σακιά, με ειδικό τρόπο, σε ειδικούς αργαλειούς, από εξειδικευμένους υφαντές.

α. Τρουβάς με απoλυτό ύφασμα

β. Τρουβάς "τύπου σακιού"

γ. Τρουβάς γιορτινός.